18 November 2006

 

Μουσική για Ορχήστρα Ι


Μετά τη σύντομη εισαγωγή στη δομή της συμφωνικής ορχήστρας, θα αναπτυχθεί το υλικό που δημιουργήθηκε από λαμπρούς συνθέτες -η συμφωνική μουσική- και αξιοποιήθηκε με μουσικές εκτελέσεις από εξ ίσου λαμπρούς οργανοπαίκτες.
Ως μουσική για ορχήστρα χαρακτηρίζεται γενικά εκείνη η μουσική που προορίζεται για μεγαλύτερα σύνολα με πολλαπλές φωνές των έγχορδων οργάνων. Κατηγορίες αυτού του είδους είναι το concerto grosso, το κοντσέρτο για ορχήστρα και ένα ή περισσότερα όργανα σόλο, η σουίτα, η ουβερτούρα, η συμφωνία, η σερενάτα για ορχήστρα και η συμφωνική ποίηση.

Η γένεση της μουσικής Μπαρόκ

Ο όρος Μπαρόκ στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική αποδίδει τις υπερβολικές και πομπώδεις τάσεις που επεκράτησαν στις τέχνες αυτές, στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης κατά τον 17ο αιώνα. Στη μουσική όμως, ο όρος αυτός αναφέρεται στο πέρασμα από τη μουσική της Αναγέννησης (η οποία χαρακτηρίζεται από πολυφωνία με υπέρθετες μελωδίες και λόγια) σε μια νέα, πρωτοποριακή αντίληψη σύνθεσης με επικυρίαρχο στοιχείο τις συγχορδίες. Ουσιαστικά, σε όλες τις τέχνες, το Μπαρόκ αποτελεί την επανάσταση της κίνησης και την αποθέωση της εκφραστικότητας και του αισθησιασμού τελείως αντίθετα από τη γαλήνη και την ηρεμία της τεχνοτροπίας της Αναγεννησιακής περιόδου.

Χρονολογικά η περίοδος του Μπαρόκ στη μουσική εκτείνεται από τα τέλη του 16ου έως τα μέσα του 18ου αιώνα χωρίς βέβαια, ως φυσικό, να μπορεί κάποιος να καθορίσει σαφέστατα ημερομηνίες έναρξης και λήξης του. Μία ιστορική όμως αναδρομή στην άμεση, προ Μπαρόκ, εποχή κρίνεται αναγκαία για να κατανοήσουμε καλύτερα τις ρίζες και τη γέννησή του.

Το πρώτο ήμισυ του 16ου η Ευρώπη συγκλονίσθηκε από το Μεταρρυθμιστικό κίνημα του Γερμανού θεολόγου Μαρτίνου Λούθηρου (Martin Luther, 1483-1546) που οδήγησε στην οριστική ρήξη των σχέσεών του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Λούθηρος πίστευε ακράδαντα στη δύναμη της μουσικής για την οποίαν ισχυριζόταν ότι φέρνει τους ανθρώπους κοντά στο Θεό.

Μετά τον επίσημο διαχωρισμό της Εκκλησίας της Αγγλίας από αυτήν της Ρώμης (1532), ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Η΄ διέταξε την αλλαγή της γλώσσας της λειτουργίας της Νέας Αγγλικανικής Εκκλησίας από τη Λατινική στην Αγγλική για να καταστεί η λειτουργία αυτή απόλυτα κατανοητή από τους Χριστιανούς υπηκόους του. Η αλλαγή αυτή επηρέασε σημαντικά τους Άγγλους συνθέτες της εποχής εκείνης (Τ. Τάβερνερ, Τ. Σέπαρντ, κ.ά.) οι οποίοι έβαλαν τις βάσεις για τη δημιουργία ενός νέου Αγγλικανικού στυλ σύνθεσης λειτουργίας, κάτι που ολοκληρώθηκε στην επόμενη γενιά των συμπατριωτών των συνθετών (Ο. Γκίμπονς, Τ. Τόμκινς, Τ. Γουίλκς, κ.ά.) Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν τα ανθέμια (anthem), ένα είδος αγγλικανικού αντίστοιχου των μοτέτων που ήσαν μονοφωνικές συνθέσεις θρησκευτικών κειμένων.

Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, αν και τελείως εχθρική προς τον Λούθηρο και την Αγγλικανική εκκλησία δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από αυτές τις νέες μουσικές τάσεις που καθιστούσαν του θρησκευτικούς ύμνους και τις Θείες Λειτουργίες περισσότερο εύληπτες και κατανοητές στους πιστούς. Η μεταρρυθμιστική επιτροπή της Συνόδου του Τριδέντου, όλα τα χρόνια της λειτουργίας της (1545-1630), προσπάθησε να ενθαρρύνει τους συνθέτες στη δημιουργία έργων χωρίς ιδιαίτερες πολυφωνίες και με ομαλή κίνηση των φωνητικών τμημάτων από τη μία νότα στην άλλη.

Ο φόβος για το δυσνόητο των εκκλησιαστικών κειμένων εξαιτίας της πολυφωνίας επικυριαρχούσε πάντα στις σκέψεις και της παραινέσεις της -όποιας- μεταρρύθμισης της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, όχι όμως και στην αντίληψη του Παλεστρίνα (Giovanni Pierluigi da Palestrina, 1525-1594) του οποίου η μουσική μεγαλοφυΐα πέτυχε αυτό ακριβώς που η Σύνοδος του Τριδέντου θεωρούσε αδύνατο, δηλαδή την εφαρμογή μιας φόρμας πολυφωνίας που δεν αποτελούσε εμπόδιο στην κατανόηση των θρησκευτικών κειμένων από τους πιστούς. Τα δώδεκα βιβλία Λειτουργιών (στο δεύτερο των οποίων περιλαμβάνεται και το κορυφαίο έργο του «Η Λειτουργία του πάπα Μαρκέλλου») και τα πέντε βιβλία των μοτέτων του αποτελούν μνημείο πολυφωνικών συνθέσεων με μία μοναδική και ανεπανάληπτη ισορροπία επάλληλων μελωδικών γραμμών.

Ο θάνατος του Παλεστρίνα σηματοδοτεί και το τέλος της Αναγεννησιακής περιόδου της μουσικής. Ήδη όμως από τις αρχές του 16ου αιώνα είχε εμφανισθεί στην Ιταλία ένα νέο είδος τραγουδιού, το μαδριγάλιο, αρχικά βουκολικής έμπνευσης. Παρά το ότι και ο Παλεστρίνα είχε συνθέσει μαδριγάλια αυτοί που αρχικά τα ανέπτυξαν και τα καθιέρωσαν ήσαν Γαλλοφλαμανδοί συνθέτες (Ζακ Αρκαντέλ, Αντριάν Βιλαέρτ και Τσιπριάνο ντε Ρορ) οι οποίοι ζούσαν στην Ιταλία και συνέθεταν στην Ιταλική γλώσσα, εμπνεόμενοι από την ερωτική ποίηση του Πετράρχη και του Αριόστο.

Οι χρωματικές αρμονίες στη σύνθεση των μαδριγαλίων απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και για τους συνθέτες ενόργανης μουσικής, παράλληλα βέβαια με τις μελωδίες λαϊκών - εθνικών χορών όπως ο γερμανικός και το εύθυμο γκαλιάρ. Μια νεότερη γενιά Ιταλών συνθετών, το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα (Κάρλο Τζεζουάλντο, Λουτζάρσκο Λουτζάρσκι), έδωσαν τόσο χρωματισμό στα μαδριγάλια ώστε τα έφθασαν στα όρια της πολυφωνίας. Ήταν πια φανερό ότι κάτι έπρεπε ν’ αλλάξει στη μουσική σύνθεση και αυτό το κάτι, όπως και όλα τα μεγάλα βήματα στην Ιστορία, τη Φιλοσοφία, την Επιστήμη και τις τέχνες κάποιος έπρεπε να το ξεκινήσει. Και αυτός ο κάποιος ήταν ο Μοντεβέρντι (Claudio Monteverdi).

του Δρ. Αντωνίου Καμμά
Ιατρού, Καθηγητή ΤΕΙ
(συνεχίζεται)


C. Monteverdi - L'Orfeo - Savall






Σύνδεσμοι προς αυτό το κείμενο:

Create a Link



<< Home

Isn't yours?

(Πίνακας Περιεχομένων)





Ώρα Ελλάδας
και υπολογιστή:


..Monitors: