13 January 2007

 

Η εξέλιξη της ελληνικής μουσικής

...
Ο ελληνόφωνος χώρος είχε σε γενικές γραμμές περιορισμένη και καθυστερημένη συμμετοχή στη μουσική δημιουργία που εξελίχθηκε από το 1000 μ.Χ. και εντεύθεν κι αυτό οφείλεται σε δύο σημαντικά γεγονότα που λειτούργησαν αρνητικά: Το ότι δεν δημιούργησαν οι διάδοχοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού πρώτοι πολυφωνική και συμφωνική μουσική, οφείλεται στην απαγόρευση της χρήσης των μουσικών οργάνων στην εκκλησιαστική πράξη ήδη κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Το ότι δεν υιοθέτησαν και δεν καλλιέργησαν έγκαιρα οι Έλληνες τη δυτική πολυφωνική και συμφωνική μουσική, οφείλεται αφενός στη γενικευμένη πνευματική παρακμή της ύστερης βυζαντινής περιόδου και αφετέρου στην επιβολή και διατήρηση για αρκετούς αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στις περιοχές που εκάλυπτε παλαιότερα το Βυζάντιο.

Οι Ελληνίζοντες της ύστερης Αρχαιότητας χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά μουσικά όργανα στις θρησκευτικές εκδηλώσεις, στους αθλητικούς αγώνες, στο θέατρο και στις διασκεδάσεις. Έτσι, η πλούσια ελληνική μουσική δημιουργία τους επηρέασε, στα πλαίσια της γενικότερης πολιτισμικής υπεροχής, και τους υπόλοιπους λαούς στον περίγυρό τους. Οι Ιουδαίοι πρωτοχριστιανοί, ακολουθώντας την εβραϊκή παράδοση και το «αινείτε τον Κύριον εν χορδαίς και οργάνοις» της Παλαιάς Διαθήκης, είχαν επίσης μουσικά όργανα στις θρησκευτικές συναθροίσεις τους, αφού δεν υπήρχαν ακόμα ναοί. Οι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας, οι οποίοι καλλιεργούσαν χωρίς εξαίρεση εχθρική στάση προς τον ελληνικό πολιτισμό, αντιμετώπισαν όμως αρνητικά μέχρι εχθρικά και τα μουσικά ήθη των Ελλήνων και προσπάθησαν εξ αρχής να τα χειραγωγήσουν κατά τις αντιλήψεις τους. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας υπήρξαν, ο εξοβελισμός των μουσικών οργάνων από τις θρησκευτικές τελετές και ο περιορισμός των αρχαιοελληνικών μουσικών τρόπων (ήχων).

Συγκεκριμένα, οι εκκλησιαστικοί πατέρες υιοθέτησαν μεν τα διαδεδομένα μουσικά σχήματα της εποχής, επέλεξαν όμως μόνο τους λεγόμενους «σεμνούς» και εξοστράκισαν τους θεωρούμενους «άσεμνους» τρόπους, όπως καταγράφει κατά τον 3ο αιώνα ο Κλήμης Αλεξανδρείας. Στα πλαίσια του εκπαιδευτικού μονοπωλίου που εγκαθίδρυσε η Εκκλησία, διατηρήθηκαν τελικά μόνο οι οκτώ από τους δεκαπέντε (15) αρχαιοελληνικούς τρόπους.

Διαφοροποιήσεις στις καλλιτεχνικές επιλογές παρουσιάζονται πάντα στην Ιστορία της Τέχνης, δεν θα ξένιζε λοιπόν το γεγονός ιδιαίτερα και σ' αυτή την περίπτωση. Σημαντικό είναι όμως ότι η καλλιτεχνική επιλογή γίνεται εδώ με (αμφίβολα) ηθικά και όχι με αισθητικά κριτήρια, αν και τα αισθητικά κριτήρια πάντα συλλειτουργούν και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αυτά της Ανατολής. Σταδιακά ενσωματώθηκε ο αποκλεισμός των μουσικών οργάνων στη διδαχή της Εκκλησίας χωρίς να έχει διασωθεί κάποια αιτιολογία πάνω σ' αυτό το θέμα. Επίσημη απόφαση για αποκλεισμό των μουσικών οργάνων από τις χριστιανικές θρησκευτικές εκδηλώσεις πάρθηκε τον 4ο αιώνα στη Β' Οικουμενική Σύνοδο.

Η απουσία των μουσικών οργάνων από την ανατολική εκκλησία, παρά την απεικόνισή τους σε βυζαντινές αγιογραφίες, απέκοψε τους μόνους που διέθεταν εκείνη την εποχή συστηματική μουσική και γενικότερη παιδεία, τους ιεροψάλτες, από τη δυνατότητα να ασχοληθούν με την εκμάθηση και διάδοση της οργανικής μουσικής και με τη σύνθεση σχετικών έργων, πολύ πριν κάνουν βήματα σ' αυτή την κατεύθυνση οι ομότεχνοί τους στη Δύση. Η αρχαία ύδραυλις της ελληνιστικής εποχής χρησιμοποιείτο μέχρι το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. για κοσμικές εκδηλώσεις, ιδίως στα ανάκτορα. Mετά εξαφανίστηκε από το χώρο του Βυζαντίου.

Η απαγόρευση της χρήσης μουσικών οργάνων στη λειτουργία ίσχυε αρχικά και στη δυτική εκκλησία αλλά ήδη από τον 3ο αιώνα άρχισε δειλά η καταστρατήγησή της, κυρίως όπου δεν εκδηλωνόταν αντίδραση των ανώτερων κληρικών. Αργότερα ξέφυγε στο πλαίσιο γενικότερων ανακατατάξεων η κατάσταση από τον έλεγχο του Βατικανού και υιοθετήθηκε, αρχικά στη Γαλλία, η χρήση του εκκλησιαστικού οργάνου στην καθολική λειτουργία, το οποίο όργανο ήταν μια βελτιωμένη έκδοση της αρχαίας υδραύλεως. Έτσι, αυτό το ελληνικής προελεύσεως μουσικό όργανο, ενσωματώθηκε στη δυτική μουσική παράδοση και εξελίχθηκε, ενώ εξαφανίστηκε τελείως από τον ελληνόφωνο χώρο.

Η μουσική παράδοση που είχε δημιουργηθεί στον ελληνόφωνο χώρο στα τέλη του 15ου αιώνα, μετά τη διάλυση του βυζαντινού κράτους, ήταν το δημοτικό τραγούδι και το εκκλησιαστικό μέλος. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν υπήρχε βέβαια, ούτε δυνατότητα, αλλά ούτε και ατμόσφαιρα για καλλιέργεια των μουσικών παραδόσεων. Με την πάροδο των δεκαετιών και των αιώνων επήλθε δε σταδιακά και μία προσέγγιση μεταξύ των ελληνικών και των τούρκικων και άλλων ανατολίτικων αντιλήψεων και ακουσμάτων, κάτι που επιδρά σε σημαντικό βαθμό μέχρι τις ημέρες μας. Ο ελληνόφωνος χώρος κατέληξε έτσι, από πολιτισμικός πρωτοπόρος κατά τη μέση και ύστερη αρχαιότητα, ουραγός των εξελίξεων κατά το 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα!

Η ενετοκρατούμενη Κρήτη

Πρώτες πληροφορίες για μουσική δημιουργία στην ενετοκρατούμενη Κρήτη υπό την επιρροή της πολυφωνίας αναφέρονται σε έργα του Στέφανου Σουλιώτη, ο οποίος χρησιμοποιεί στα τέλη του 14ου αιώνα σε διάφορα σημεία στιχουργημάτων του δυτική πολυφωνική ορολογία. Περιηγητές που περιέγραψαν τη ζωή στην Κρήτη του 15ου και 16ου αιώνα, αναφέρονται σε αξιόλογη μουσική δραστηριότητα στις εκκλησίες, ορθόδοξες και καθολικές. Ο Κωνσταντινουπολίτης Ιωάννης Λάσκαρης δημιούργησε ομάδες ψαλτών και ανάδειξε πολλούς ταλαντούχους, οι οποίοι έψαλαν ύμνους, άγνωστους στον υπόλοιπο ελληνόφωνο χώρο, συνδυάζοντας μονοφωνικές και πολυφωνικές τεχνικές.

Ο Φραγκίσκος Λεονταρίτης από τον Χάνδακα (Ηράκλειο) ήταν ιερωμένος και ξακουστός οργανίστας στην εκκλησία του 'Αγιου Τίτου. Περιόδευσε στην Ευρώπη και συμετείχε στις μεγαλύτερες ορχήστρες και χορωδίες της εποχής του, στη Βενετία και στη Βαυαρία. Με την επιστροφή του στην Κρήτη αναδιαμόρφωσε το μουσικό τοπίο της Κρήτης, εμπλουτίζοντας την εκκλησιαστική μουσική με πολυφωνικά στοιχεία, εφάμιλλα αυτών της δυτικής Αναγέννησης.

Αντίστοιχη ήταν και η εξέλιξη της κοσμικής (έντεχνης και λαϊκής) μουσικής στην Κρήτη η οποία, όπως και στη Δύση, επηρεάστηκε από την εκκλησιαστική. Περιηγητές αναφέρουν ότι τα κρητικά μουσικά σύνολα χρησιμοποιούσαν βιολιά, βιόλες, κιθάρες, φλάουτα, λαούτα, μπάσα, λύρες και μερικά ακόμα όργανα. Ειδικότερα στη λαϊκή μουσική χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι φλογέρας, γκάιντες και κρουστά. Η λύρα με τη σημερινή της μορφή (αχλαδόσχημη) δεν αναφέρεται πουθενά, παρά μόνο η αναγεννησιακή.

Με την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς επεβλήθησαν και στην Κρήτη τα πολιτισμικά πρότυπα της αυτοκρατορίας και του Πατριαρχείου. Τα δυτικά μουσικά όργανα αξαφανίστηκαν και η εκκλησιαστική μουσική προσαρμόστηκε στη βυζαντινή μονωδία. Έκτοτε επικράτησε και κυριαρχεί μέχρι σήμερα η χρήση της ανατολίτικης αχλαδόσχημης λύρας.
(συνεχίζεται)



Σύνδεσμοι προς αυτό το κείμενο:

Create a Link



<< Home

Isn't yours?

(Πίνακας Περιεχομένων)





Ώρα Ελλάδας
και υπολογιστή:


..Monitors: