08 June 2007

 

Το κλαρινέτο I


Ιστορικά και Τεχνικά Στοιχεία

Ξύλινο πνευστό, του οποίου το όνομα προέρχεται από το λατινικό clarus (=καθαρό) και έχει επιστόμιο με μονό γλωσσίδι. Ο ηχητικός σωλήνας του οργάνου έχει κυλινδρική διάτρηση και "σπάει" σε άνω και κάτω σωλήνα, συν το επιστόμιο, την καμπάνα και ένα μετακινούμενο σύνδεσμο για ρύθμιση του τόνου. Το κλαρινέτο (ευθύαυλος) έχει επάνω κυλινδρική και κάτω κωνική διάτρηση, πράγμα που επηρεάζει τη δημιουργία των αρμονικών τόνων. Στον άνω σωλήνα βρίσκονται τα κλειδιά για το αριστερό, στον κάτω σωλήνα για το δεξί χέρι.

Τα πρώτα κλαρινέτα κατασκευάστηκαν περί το 1700 από τον J.Ch. Denner στη Νυρεμβέργη, αρχικά με λίγες τάπες, πιθανότατα από ένα λαϊκό όργανο που ονομαζόταν στα γαλλικά chalumeau (από το ελληνικό κάλαμος). Με το χρόνο αυξήθηκαν οι τάπες και βελτιώθηκε ο ήχος του κλαρινέτου σημαντικά. 'Ετσι, το όργανο αυτό αντικατέστησε σταδιακά λόγω των καλύτερων δυνατοτήτων του στις μετατροπίες, το όμποε ως κυριότερο ξύλινο όργανο μελωδίας. Περί το 1812 παρουσιάστηκε ένα μοντέλο με 13 τάπες, το οποίο απετέλεσε και υπόδειγμα για όλα τα μεταγενέστερα κλαρινέτα στη Γερμανία. Στη Γαλλία κατασκευάστηκε περί το 1839 ένα μοντέλο, στο οποίο είχε ενσωματωθεί ο μηχανισμός που επινοήθηκε από τον Boehm για τον πλαγίαυλο. Αυτή η εκδοχή του οργάνου διαδόθηκε στη Γαλλία και στην Αγγλία.

Το 1890 κατασκευάστηκε μία εκδοχή του κλαρινέτου που ενοποιούσε τους δύο τύπους και το 1900 μία ακόμα νεώτερη, με τελειοποιημένο σύστημα από τάπες και μοχλούς, το οποίο έχει μείνει ουσιαστικά αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. Ο τεχνικός μηχανισμός του κλαρινέτου είναι ιδιαίτερα περίπλοκος και γι' αυτό ο χειρισμός αυτού του οργάνου, σε σύγκριση με τα άλλα ξύλινα πνευστά, δύσκολος. Mέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα - στην Ιταλία μάλιστα μέχρι το τέλος του - παιζόταν το κλαρινέτο με το γλωσσίδι προς τα πάνω. Αργότερα υιοθετήθηκε η αντίστροφη τοποθέτηση ώστε να ελέγχεται η πίεση στο γλωσσίδι με το κάτω χείλος. Κατασκευαστικές λεπτομέρειες για το όργανο δίνονται με πάτημα εδώ.


Κλίμακες και Ήχοι

Το κλαρινέτο έχει μεγάλη έκταση παραγόμενων ήχων και καλύπτει πάνω από 3 οκτάβες (κλίμακες, κλίμακες, κλίμακες). Ο χαρακτηριστικός θλιμμένος ήχος αυτού του οργάνου οφείλεται στην ιδιαίτερη συγκρότηση των ανώτερων αρμονικών που παράγονται στο σωλήνα: Λόγω της διαφορετικής διατρήσεως στο πάνω και κάτω μέρος, στους χαμηλούς τόνους (περιοχή Α) δεν ακούγονται οι άρτιες αρμονικές και το όργανο έχει ένα σκοτεινό και βαρύ ήχο (Tchaikovski, 5η συμφωνία).

Στους μεσαίους τόνους (περιοχές Β και Γ) αρχίζουν να ακούγονται οι άρτιες αρμονικές. Οι ήχοι της περιοχής Β είναι ασθενείς, ενώ εκείνοι της περιοχής Γ που είναι και η περιοχή σόλο του οργάνου, είναι διαυγείς με πλούσιο ηχόχρωμα (Mendelssohn, οι εβρίδες). Στους υψηλούς τόνους (περιοχή Δ) οι άρτιες αρμονικές ακούγονται κανονικά, γι' αυτό το όργανο έχει στην υψηλή περιοχή σκληρούς και τσιριχτούς ήχους. Στο κομμάτι Rhapsody in blue του Γκέρσουιν (Gershwin, Rhapsody in blue) ακούγεται το κλαρινέτο κυρίως στις υψηλές ηχητικές περιοχές του.

Στο μενουέτο (γ' μέρος) της συμφωνίας 39 του Μότσαρτ (Mozart, συμφ. 39, γ' μέρος) παίζουν σε τρίο, δύο κλαρινέτα και η ορχήστρα. Το ένα κλαρινέτο κάνει την πρώτη φωνή (πρώτο κλαρινέτο), το δεύτερο κρατάει το μπάσο (δεύτερο κλαρινέτο). Και τα δύο μαζί ακούγονται ως εξής: (τα δύο κλαρινέτα). Στο συνολικό ήχο του τρίο (Mozart, συμφ. 39, γ' μέρος) μπορεί να διακρίνει τώρα ο ακροατής κάθε όργανο και να εκτιμήσει το ρόλο
του.

Στη μουσική της Jazz ήταν αρχικά το κλαρινέτο (, ), παράλληλα με την τρομπέτα/κορνέτα, το κυριότερο όργανο (Πικού, Ντοντς, Λιούις κ.ά.). Με την πάροδο του χρόνου υπερίσχυσε όμως στις προτιμήσεις το σαξόφωνο. Στο επόμενο κομμάτι, μία σύγχρονη ελληνική σύνθεση, το κλαρινέτο μπαίνει στη δεύτερη φράση και συνοδεύει το φλάουτο (Στ. Ξαρχάκος, Το παράπονο). (Στέλιος Φραγκόπουλος, Stelios Frangopoulos)

(συνεχίζεται)


W.A. Mozart: Κοντσέρτο για κλαρινέτο, 2ο μέρος


Labels:




Σύνδεσμοι προς αυτό το κείμενο:

Create a Link



<< Home

Isn't yours?

(Πίνακας Περιεχομένων)





Ώρα Ελλάδας
και υπολογιστή:


..Monitors: